col

Το Δάσος με τις Σημύδες (2016) (2016) - Σινεμά

Το Δάσος με τις Σημύδες

H ιστορία που βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του ΓΙΑΡΟΣΛΑΒ ΙΒΑΣΚΕΒΙΤΣ, μιλάει για τον έρωτα, τον θάνατο και τη μοναξιά.

Μια ταινία μεστή, φιλοσοφικού νοήματος κι αισθητικής τελειότητας. Η αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, συνυφασμένη με τον θάνατο και την αγάπη να μάχεται κατά του φόβου του τέλους.

Αξίζει να αναφερθούμε στον συγγραφέα του έργου που υπήρξε η αφορμή για την ύπαρξη στην τόσο σημαντική ταινία, που έγινε σταθμός στην ιστορία του πολωνικού κινηματογράφου. Ο Jaroslaw Iwaskiewicz (1894-1980), ήταν ένας πολύ σημαντικός διανοούμενος της Πολωνίας κατά τον 20ο αιώνα. Ποιητής, δοκιμιογράφος, δραματουργός και συγγραφέας.

Το 1933 εξέδωσε δύο διηγήματα με τίτλους: “Οι δεσποινίδες του Βίλκο” και στο “Στο δάσος με τις σημύδες”. Αρκετά χρόνια μετά, τα δύο αυτά διηγήματα σκηνοθετήθηκαν, από τον Αντρέϊ Βάϊντα, για τον κινηματογράφο. Ο Jaroslaw Iwaskiewicz μεταπολεμικά εξέδιδε την σπουδαιότερη λογοτεχνική εφημερίδα της Πολωνίας και διετέλεσε πρόεδροςτης Πολωνικής Ένωσης Συγγραφέων.

Οι ταινίες που βασίζονται στα πεζογραφήματα του Jaroslaw Iwaskiewicz κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην φιλμογραφία του Βάϊντα.“Στο Δάσος με τις Σημύδες», τις “Δεσποινίδες του Βίλκο” και την “Γλυκιά Έξαψη”, εμφανίζεται ένας λιγότερο γνωστός Βάϊντα, ήσυχος, ιμπρεσιονιστής, εστιάζοντας στην φύση, γεμάτος από μελαγχολικό στοχασμό, στο πέρασμα του χρόνου.

Μία μακρά και καρποφόρα περιπέτεια με το έργο του μεγάλου συγγραφέα άρχισε με “Το Δάσος με τις Σημύδες”, μία ταινία που εξέπληξε ακόμη και τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Πολλά χρόνια μετά ο Βάϊντα ανέφερε ότι εργαζόμενος στην προσαρμογή του διηγήματος του Jaroslaw Iwaskiewicz η οποία λάμβανε χώρα σε ένα απομονωμένο καταφύγιο δασοφύλακα, ανανεωνόταν, επειδή θα μπορούσε να ξεφύγει από πολιτικά θέματα και να εργαστεί σε κάτι που δεν είχε συνήθως χρόνο: ενατένιση της φύσης. Παρά την μοναδικότητά του “To Δάσος με τις Σημύδες” του Βάϊντα, ορατά υπαινικτικό, γεμάτο συμβολισμό, μπαίνοντας στη σφαίρα του μύθου.

Στο “Δάσος με τις Σημύδες” ο Βάϊντα μας αφηγείται την ιστορία ενός μουσικού στο κατώφλι του θανάτου που προσπαθεί να βρει την εσωτερική του γαλήνη σε μία αγροικία σε ένα δάσος. Το έργο βασίζεται σε μία σειρά αντιθέσεων και αντινομιών.

Ο δασοφύλακας Μπολεσλάβ (Daniel Olbrychki) είναι ένας υγιής, δυνατός άντρας που έχασε τη θέλησή του για ζωή μετά το θάνατο της συζύγου του. Αυτό έχει αντίκτυπο στην κόρη του Όλα. Μία εφιαλτική κούκλα με ξεσκισμένο πρόσωπο πιθανόν, το μόνο παιχνίδι του κοριτσιού αποτελεί τρομακτικό σύμβολο της παιδικής της ηλικίας. Ο Στανισλάβ (Olgierd Lukaszewicz) είναι το αντίθετο του Μπολεσλάβ – ενθουσιώδης και γεμάτος χαρά, θέλει να χαρεί τη ζωή σε όλες της τις διαστάσεις. Αργότερα μαθαίνουμε την αιτία αυτής της ευφορίας, πάσχει από φυματίωση στο τελευταίο στάδιο και τώρα περνά μία πρόσκαιρη περίοδο ανάκαμψης. Ήρθε από ένα ελβετικό σανατόριο στην κατοικία του αδερφού του, μόνο και μόνο για να πεθάνει.

Παραδόξως, η εμφάνιση του αδερφού αναζωογονεί την σκοτεινή οικία του Μπολεσλάβ. Ο Στανισλάβ παίζει πιάνο, παίζει με την μοναχική Όλα κι ερωτεύεται την αισθησιακή αγρότισσα Μαλίνα αρραβωνιαστικιά του τοπικού πυγμάχου. Από την αρχή όμως, αυτός ο τεράστιος πόθος του για ζωή είναι σημαδεμένος από την σκιά του θανάτου. Το ωχρό πρόσωπο του άρρωστου άνδρα αποκαλύπτει μία θανάσιμη αρρώστια, το μεγάλο του χαμόγελο καλύπτεται από μία γκριμάτσα μυστηριώδους μάσκας και το λεπτό του σώμα μοιάζει αξιολύπητο όταν συγκρίνεται με τα μπράτσα του ξυλοκόπου Μίχαλ.

Παρουσιάζοντας την αργή διαδικασία του θανάτου, ο Βάϊντα δεν κάνει μία απαισιόδοξη ταινία γεμάτη πόνο και λύπη.Ο θάνατος του Στανισλάβ εγγράφεται στον αέναο κύκλο της ζωής αλλά και της φύσης. “Το Δάσος με τις Σημύδες”αρχίζει μέσα σ’ ένα σκοτεινό και χιονισμένο τοπίο αλλά καθώς η ιστορία εξελίσσεται, ο χειμώνας αντικαθίσταται από μία όμορφη ανθούσα άνοιξη. Η φύση πεθαίνει με την ίδια της την αναγέννηση, φέρνοντας μία νέα εποχή. Μετά τον θάνατο του Στανισλάβ, ο Μπολεσλάβ αναζωογονείται έχοντας ξανά ενδιαφέρον για την ζωή. Όλος ο συμβολισμός της αναγέννησης συμπίπτει με τη δράση να λαμβάνει χώρα την περίοδο κοντά στο Πάσχα.

Η ταινία (διάρκειας 99’) έλαβε σειρά τιμητικών διακρίσεων. Στο 7ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Μόσχας(1971), ο Αντρέϊ Βάϊντα έλαβε το Χρυσό Βραβείο Σκηνοθεσίας. Στον Daniel Olbrychki απονεμήθηκε το Βραβείο του Καλύτερου Ηθοποιού.

 

Ένα χρόνο νωρίτερα (1970), ο Jaroslaw Iwaskiewicz τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

 

Θέλετε να ενημερώνεστε πρώτοι για όλες τις νέες ταινίες, τα καινούρια trailer και τα πιο πρόσφατα κινηματογραφικά νέα; Τότε κάντε like στην ολοκαίνουρια σελίδα μας στο Facebook, αποκλειστικά για την κατηγορία ΣΙΝΕΜΑ[1]!

Το σκηνοθετικό ταλέντο του Βάίντα εντάσσει στο παιχνίδι των αντιθέσεων όλα τα μέσα, που ένας δημιουργός του βεληνεκούς του μπορεί να μεταχειριστεί : από το μακιγιάζ των ηθοποιών και τη μουσική, ως και την ίδια τη φύση. Έτσι, εσκεμμένα «πρασινίζει» το πρόσωπο του φυματικού αδερφού, για να τονίσει την αντίθεση με τον ροδομάγουλο ήρωα του Ολμπρίχσκι, εστιάζοντας στη ζωή που πάλλεται στα στήθη ενός ετοιμοθάνατου, και στον θάνατο – συναισθηματικό – που ενοικεί σε έναν υγιή κατά τα άλλα άνθρωπο.

Η μουσική, που παίζουν τα δυο αδέρφια στο πιάνο αντανακλά τέλεια την συναισθηματική και ψυχική κατάσταση του καθενός. Όταν εμφανίζεται ο Μπόλεσλαβ, το δάσος μοιάζει σκοτεινό και σκυθρωπό, ενώ με την εμφάνιση του Στανισλάβ λούζεται στις ηλιαχτίδες.

Πρόκειται για μια ταινία για τον έρωτα και τον θάνατο, η ατμόσφαιρα της οποίας θυμίζει τον ψυχολογικό κινηματογράφο του Μπέργκμαν. Γύρισε μια σκληρή, εκφραστική, μεστή μεταφορών αλλά συνάμα ντελικάτη ταινία για την ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής. Δεν είναι τυχαίο, που ο ίδιος συχνά επαναλαμβάνει πως «ο σκηνοθέτης πρέπει να έχει το ταμπεραμέντο ενός πολεμιστή και την ψυχή ενός ποιητή».

Για πρώτη και τελευταία φορά, ο Βάιντα κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Δημιούργησε μια ταινία περιεκτικότατη και μεστή φιλοσοφικών νοημάτων, παράλληλα όμως γεμάτη με αχαλίνωτη αισθησιακή ομορφιά. Το πιο παράξενο όμως εδώ είναι το γεγονός ότι την ίδια τολμηρή ομορφιά μεταφέρουν τα έργα του Jacek Malczewski. Η ομοιότητα της ταινίας με το έργο του καλλιτέχνη της μελαγχολίας έχει ξανά τονιστεί άλλωστε επανειλημμένα στο παρελθόν. Είναι απορίας άξιο το αν ο Βάιντα εσκεμμένα στυλιζάρισε κάποιες σκηνές σε καμβά του Malczewski. Πράγματι, μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η παρουσία στην ταινία σχεδόν ασάλευτων τοπίων, που κατοικούνται από χαρακτήρες οι οποίοι σα να έχουν κοπεί από το φόντο από το χέρι κάποιου μυστηριώδη δημιουργού. Η προσαρμοστικότητα της πλαστικής ευαισθησίας του σκηνοθέτη, την οποία παρατηρούμε στο «Δάσος με τις Σημύδες» έχει επηρεαστεί επίσης από τους μαιτρ του πινέλου Gierymski και Wyspianski.

 

 


Η Αγωνία του Τερματοφύλακα πριν από το Πέναλτι
Ο Φόβος
Θα σε Περιμένω, Πάντα
Sweet Sixteen
Το Μυστικό που έμεινε Kρυμμένο
Αγάπα με αν τολμάς
Ματωμένος Γάμος
Το Βιβλίο της Ζούγκλας
Η Δεύτερη Μάνα
Χάιντι

Διάβασε περισσότερα: